«Μάνα φεύγω, έχω ραντεβού για καφέ με τα παιδιά» «Μην αργήσεις. Εσώρουχο άλλαξες;
«Ναι ρε μάνα. Όλα τα άλλαξα, φεύγω». «Κοίτα μη τυχόν και ανέβεις σε παπάκι. Δε θέλω παρέες με τέτοιους». «Γιατί ρε μάνα, κέρατα έχουν;» «Αυτό που σου λέω. Με αυτά σκοτώνονται τα παιδιά και κλείνουν τα σπίτια».
Ο διάλογος κλασικός. Μετά τα εσώρουχα και τις κάλτσες, η έννοια της μάνας στη δεκαετία του ’80, ήταν τα παπάκια. Αυτά τα ανεπανάληπτα και πλέον all time classic 50άρια μηχανάκια. Στις ηλικίες 16 ως 25, οι πωλήσεις έκαναν θραύση. Οι μύθοι της εποχής, σχετικά με αυτούς που τα καβαλούσαν και τα ατυχήματα στους δρόμους, ήταν ατελείωτοι. «Μάνα, θα αγοράσω μηχανάκι».
«Όχι παιδί μου, μην μου το κάνεις αυτό (τράβηγμα μαλλιών). Φοβάμαι, σε παρακαλώ. Κάνε υπομονή να πάρεις αυτοκίνητο». Και αυτός ο διάλογος κλασικός. Όλοι ήθελαν ένα παπάκι γιατί ήταν μόδα, δεν απαιτούσε ιδιαίτερες οδηγικές ικανότητες, ήταν φθηνό και «σήκωνε» πολλές τροποποιήσεις στον κινητήρα και τη γενική εμφάνιση. Η αγορά τους γινόταν με λίγα λεφτά προκαταβολή και μετά γραμμάτια, ενώ η απόκτηση διπλώματος μοτοποδηλάτου ήταν εύκολη υπόθεση και άμα λάδωνες τους εξεταστές ευκολότερη.


Σταδιακά, τα κυβικά ανέβαιναν και άλλαζαν οι ρόδες, η σέλα, τα φλασάκια, και οτιδήποτε άλλο «φορούσε» το εργοστασιακό μηχανάκι.
Ακολουθούσε πάντα η σχετική μόστρα του «γκαζιού» μπροστά από καφετέριες και πλατείες και σε ορισμένες περιπτώσεις παίζονταν στοιχήματα σε κόντρες με παπάκια. Ο θρύλος λέει ότι κάποιοι έκαιγαν κηροζίνη και πέταγαν στις κόντρες στην περιφερειακή στην Κατεχάκη. Πάντως, αρκετοί άφηναν την ποδιά επάνω και κολλούσαν διάφορα αυτοκόλλητα, εκεί ή στο φανάρι, με χαρακτηριστικότερο αυτό που απεικόνιζε τον λύκο.

Το μπουφάν αρχικά ήταν στρατιωτικό, τύπου flight και αργότερα έγινε φουσκωτό. Η σούζα, η κολιά και λοιπά τσαλιμάκια στις δύο ρόδες, ήταν «υποχρεωτικά μαθήματα». Το ίδιο και οι μηχανικές γνώσεις επί όλων των τμημάτων του παπιού. Όσο πιο πειραγμένο και φτιαγμένο εξωτερικά ήταν ένα παπάκι, τόσο πιο περπατημένος φαινόταν ο οδηγός του. Ένα καλό παπί έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει θόρυβο. «Σούζα ρε, κάνε ψαράκι, σανίδωσέ το» ήταν η διαρκής προτροπή στους οδηγούς, που ευχαρίστως εκτελούσαν. Και δως του πέρα δώθε, βρουμ βρουμ με πειραγμένες εξατμίσεις.
Η τέχνη του συνοδηγού
Όσο για τον συνοδηγό, έπρεπε να είναι ελαφρώς προς τα πίσω, με τα χέρια και τα πόδια κρεμασμένα και όχι ακουμπισμένα πίσω στους μασπιέδες. Ο εκπαιδευμένος συνοδηγός ήταν απαραίτητος, για τη φιγουράτη «δικάβαλη σούζα», καθώς ήξερε να τραβάει και να κρατάει σταθερά τον οδηγό προς τα πίσω.
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που εξομοίωναν τους οδηγούς με το ιδιαίτερο στιλ, με «άτομα που έχουν μπλέξει», ή μέλη φοβερών και τρομερών συμμοριών. Τη δεκαετία του ’90, η άποψη για τα παπάκια άλλαξε. Οι μποτιλιαρισμένοι δρόμοι και η έλλειψη πάρκινγκ, έστρεψαν πολλούς σε μια φθηνή και αξιόπιστη λύση. Το παπάκι ήταν ότι έπρεπε, ευέλικτο, δεν έκαιγε και πολλή βενζίνη, ενώ το πάρκαρες σε δευτερόλεπτα. Η ταχύτητα και η ενεργητική ή παθητική ασφάλειά του παπιού, δεν ήταν ποτέ τα «προσόντα» του, αλλά πρόκειται για ένα καλοφτιαγμένο και διαχρονικό όχημα.

Κανείς δεν εμπιστευόταν ακόμη ένα ιαπωνικό προϊόν.
Ήταν όμως μια λύση, για αυτούς που δεν ήθελαν μεγάλου κυβισμού μηχανές, αλλά ένα ελαφρύ δίκυκλο, για να εξυπηρετούνται σε μικρές αποστάσεις. Τη δεκαετία του ’60 άρχισαν να κάνουν τις πρώτες σημαντικές πωλήσεις και σταδιακά καθιερώθηκαν. Με αυτό το θρυλικό μηχανάκι άρχισαν πολλοί να εκπαιδεύονται στην οδήγηση με δύο ρόδες και να αγαπούν τις μηχανές. Ακόμη και αυτοί που δεν είχαν χαίτη ή ψαράδικο παντελόνι. Στην Ελλάδα έκανε θραύση τη δεκαετία του ’80. Σήμερα παράγεται και από άλλες εταιρείες, σε διάφορα σχέδια και κυβικά και αποτελεί ακόμη εγγύηση για τις μετακινήσεις.
Πηγή

Καλημέρα.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤι μου θύμισες τώρα.Είχα αυτό το κόκκινο παπί τη δεκαετία του 90 , όπως το δείχνει η μεγάλη φωτογραφία, ίδιο.Όταν το αγόρασα δεν είχα ιδέα απο μηχανάκια.Μου το πήγε σπίτι ο ξάδερφος μου και σιγά σιγά έμαθα να οδηγάω στα 20 μου, στην αρχή γύρω γύρω απο το σπίτι μου και μετά ξεψαρώνοντας πιο μακριά και πιο μακριά μέχρι να μάθω και να πάω μετά να βγάλω δίπλωμα.Ήταν το πρώτο μου (λεφτά για αυτοκίνητο δεν υπήρχαν ), για να πηγαίνω αρχικά στη δουλειά , γιατί δεν με εξυπηρετούσε η συγκοινωνία.Έκανα ταξίδια , βόλτες , ψώνια , το φόρτωνα με απίστευτο βάρος και δεν έπαιρνε χαμπάρι.Σαν γυναίκα (ήμουν ξενέρωτη θα με πείτε) , δεν έκανα κόντρες , σούζες κ.λ.π. και πάντα φόραγα κράνος.Ήταν η μεγάλη μου αγάπη .Μετά όμως έκανα δυο παιδιά και λυπόμουν να το έχω εγκαταλειμμένο και το πούλησα.Έχω χτυπήσει πολλές φορές το κεφάλι μου έκτοτε , γιατί δεν σκέφτηκα οτι τα παιδιά θα μεγαλώσουν κάποια στιγμή και θα το καβαλάω πάλι.Με γέμισες νοσταλγία και λύπη.Σε ευχαριστώ όμως.
Καλές γιορτές.